«Η μικρή Ελευθερία...»

 

Πάντα φοβόμουν! Είναι τόσο δύσκολο να είσαι μητέρα αυτιστικού παιδιού ! Ήταν πάντα απρόβλεπτος. Τον έβλεπα να τρέχει εδώ κι εκεί σκοντάφτοντας συνεχώς. Περπατούσαμε στο δρόμο κι άφηνε το χέρι μου και τον κυνηγούσα στη μέση του δρόμου με κομμένη αναπνοή.

Πάντα φοβόμουν! Ίσως γιατι ήξερα βαθιά μέσα μου, πως αυτός ο φόβος ίσως τον σώσει από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο ή θα τον προλάβω πριν πηδήξει απο τον μπουφέ. Έγινα φύλακας, σκιά του, τρεμοντας μην πάθει κάτι κακό!

Αυτός ο φόβος όμως, όταν άρχιζε να ωριμάζει μέσα μου σαν σάπιο φρούτο, άλλαξε μορφή. Έγινε κλουβί χρυσό, περίτεχνα φτιαγμένο. Ό,τι φτιάχνεται από αγάπη, στα μάτια μας όμορφο φαντάζει. Όμως, το κλουβί αυτό, έγινε φυλακή για το παιδί μου. Στάθηκε ανάμεσα σε εμένα και σε εκείνο σαν αδιαπέραστο ατσάλι. Σαν γίγαντας με χέρια μακριά, που τον αγκαλιάζε πριν καν το βήμα του ανοίξει!

Όσο πιο πολύ τον κράταγα τόσο τον έχανα. Κι όσο τον έχανα, τόσο χανόμασταν ο ένας από τον άλλον.

Κι ερχόταν, τις νύχτες στα όνειρά μου, ένα κοριτσάκι τόσο δα μικρό, με κάτι μάτια πράσινα σαν τα φύλλα των δέντρων, την άνοιξη. Μοσχομυριστή σαν ολάνθιστο λειβάδι διακοσμημένο με κάθε λογής λουλούδι. Η ανάσα της με έκαιγε τόσο που με δίπλωνε στα δύο, από τον πόνο.

- Ποιά εισαι;... την ρώτησα.

- Το όνομα μου θα το βρεις σε κάθε ποίημα, σε κάθε σύννεφο, στην ψυχή καθε ανθρώπου! Ειμαι αυτή που στέρησες με αγαπη απ´ το παιδί σου. Ειμαι η Ελευθερία!

 

Ελευθερία.jpeg

 

Ξυπνούσα έντρομη κάθε φορά! Και κάθε φορά ορκιζόμουν στον εαυτό μου ότι θα την θυμάμαι, όταν τα χέρια μου ιδρώνουν από τον φόβο. Και κάθε φορά, ξεχνούσα... Ένα απόγευμα, ο Αλέξανδρος (θυμάμαι ηταν γύρω στα εφτά) ήρθε και μου είπε χαρούμενος...

- Μαμά, όλα τα παιδιά είναι στο δρόμο και παίζουν! Να πάω κι εγω;

- Σε μισό λεπτό, να ντυθώ και βγαίνουμε!

- Θελω να βγω μόνος μου έξω!

Αν με χτυπούσε κεραυνός δεν θα πονούσα τοσο!

Πώς να τον αφήσω μόνο του να βγει; Περνάει τους δρόμους δίχως να κοιτάξει! Όταν παίζει με τα παιδια, κλαίει χωρις λόγο! Κι αν φύγει μακριά;

- Αλέξανδρε, είσαι πολύ μικρός για να βγαίνεις μόνος!

- Όλα τα παιδια βγαίνουν μόνα τους έξω μαμά! Ακομη και ο Γιάννης της Μαρίνας που ειναι πιο μικρός από εμένα! Ήταν η πρώτη φορά που θυμήθηκα τα μάτια της μικρής Ελευθερίας. Πήρα μια βαθιά ανάσα...

- Θα πηγαίνεις μόνο μέχρι το μπλέ αυτοκίνητο! Πρόσεχε πώς θα περνάς απέναντι! Ξέρω ότι δεν περνούν πολλά αυτοκίνητα, εσύ όμως να προσεχεις! Όταν σε φωνάξω, θα ήθελα να μπεις μέσα και να μη σε κυνηγώ μπροστά στους φίλους σου.

- Ναιιιιιι!!!!!!!! Μαμά σε ευχαριστώωωωωωωω!!!!

Στάθηκα στο παράθυρο πίσω απο την κουρτίνα για δυο ώρες! Η καρδιά μου σφυροκοπούσε στο στήθος μου. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμια λες, όχι όμως απο τα μάτια! Από την ψυχή!

Ίσως ήταν η τελευταία φορά που θέριεψε τόσο ο φόβος μέσα μου! Ίσως ηταν ιδέα μου, μα σαν να μου ψιθύριζε στο αυτί, εκείνο το μικρό κορίτσι... μην φοβάσαι! Θα τα καταφέρει! Θα τα καταφέρεις!!!

Σε δυο ώρες τον φώναξα και έτρεξε χαρούμενος μέσα στο σπίτι. Τον πήρα στην αγκαλιά μου και ένιωσα τον φόβο να γλιστράει από μέσα μου. Ήταν η τελευταία φορά που φοβήθηκα τόσο!

 

Son-Mother-Love-53214.jpg

 

- Μαμά, είδες που δεν έπαθα τίποτα;

- Ναι καμάρι μου, είμαι τόσο περήφανη για σένα!

- Δηλαδή, μεγάλωσα τώρα;

- Ναι καμάρι μου, πόσο μεγάλωσες!

- Μαμά, ξέρεις γιατί μεγάλωσα;

Γιατί με εμπιστεύτηκες!!!

 

Γράφει: η Μαρία Παπαδοπούλου

Προσθήκη νέου σχολίου

10/07/2017